ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACΕBOOK (Ηλεκτρολογικές Ενημερώσεις) ΚΑΙ ΚΑΝΤΕ LIKE

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΕΡΑΙΑΣ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ



Η εγκατάσταση κεντρικής κεραίας γίνεται με σκοπό να τροφοδοτήσει με το κατάλληλο σήμα, επίγειο ή δορυφορικό, τους αντίστοιχους δέκτες μιας πολυκατοικίας, ενός οικοδομικού τετραγώνου ή ακόμη και ενός οικισμού.

Η χρήση κεντρικής κεραίας επιβάλλεται κυρίως για λόγους αισθητικής (ποιος δεν έχει δει τα «δάση» κεραιών σε παλιές πολυκατοικίες;), καθώς και οικονομίας, καθότι κοστίζουν λιγότερο ανά τελικό χρήστη.


Τα σήματα που πιάνουν οι κεραίες, προκειμένου να φθάσουν στους δέκτες με ένα ομοαξονικό καλώδιο, πρέπει πρώτα να οδηγηθούν στον ενισχυτή,
επειδή τα σήματα χρειάζονται τις περισσότερες φορές ενίσχυση, είτε γιατί έρχονται εξασθενημένα, είτε γιατί εξασθενούν στο δίκτυο κατανομής, τοποθετούμε όσο το δυνατό κοντά στις κεραίες τους ενισχυτές.
Το σήμα φτάνει στο σηματοδότη ( πρίζα ) με ένα σύστημα κατανομής που ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο της κεντρικής κεραίας, με τον αριθμό των δεκτών και με την κατανομή των δωματίων (που θα έχουν τους δέκτες) στους διάφορους ορόφους.
Οι σηματοδότες διακρίνονται σε σηματοδότες διέλευσης (ενδιάμεσες πρίζες) και σε τερματικούς σηματοδότες που έχουν φορτίο στην έξοδο τους R = 75 Ωμ.

Το σύστημα λήψης αποτελείται από την κεραία που περιγράψαμε σε άλλο άρθρο. 
Το σύστημα κατανομής  αποτελείται από το ομοαξονικό καλώδιο , τους διακλαδωτές, τους κατανεμητές και τους σηματοδότες.


Καλώδιο

Για να κατανοήσουμε τον κρίσιμο ρόλο ενός καλωδίου σε μια κεντρική εγκατάστασηθα πρέπει να γνωρίζουμε ότι μια τηλεόραση, όσο ακριβή και αν είναι, αποτελεί «εξάρτημα» του καλωδίου. Τα ζωντανά χρώματα, η κρυστάλλινη εικόνα, ο καθαρός ήχος, που είναι τα ζητούμενα από μια καλή τηλεόραση, εξαρτώνται κατά πολύ μεγάλο βαθμό από την ποιότητα του καλωδίου. Η τηλεόρασή μας θα λειτουργήσει τόσο καλά όσο θα της «επιτρέψει» το καλώδιο μεταφοράς του σήματος.


Στις περισσότερες περιπτώσεις, όπου μια κεντρική εγκατάσταση παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα, αυτό εντοπίζεται συνήθως στη λειτουργία του καλωδίου και των πριζών.
Πρέπει, λοιπόν, τα καλώδια να επιλέγονται προσεκτικά και, φυσικά, ανάλογα με την έκταση του δικτύου που θέλουμε να κατασκευάσουμε, π.χ., αν έχει πολλές διανομές, σε πολλά επίπεδα, σε μεγάλο μήκος, αν είναι κοινό δίκτυο RF /
SAT κ.λ.π.


Ας δούμε τα βασικά κριτήρια επιλογής των καλωδίων

Απώλειες

Οι απώλειες μετριούνται σε dB/100m στη μέγιστη συχνότητα που μπορεί να περάσει από δίκτυα RF. Είναι λογικό ότι πρέπει να προτιμούνται καλώδια με τις μικρότερες δυνατές απώλειες.

Απώλειες επιστροφής (Structural Return Loss, SRL)


Οι απώλειες επιστροφής (SRL) είναι ένας δείκτης της ποιότητας κατασκευής του καλωδίου. Σε κάθε καλώδιο οι μικρές ατέλειες της κατασκευής προκαλούν μικρές ανακλάσεις του σήματος που αυτό μεταφέρει. Οι ανακλάσεις αυτές αθροίζονται ανυσματικά κατά μήκος του καλωδίου δημιουργώντας ένα σήμα που επιστρέφει. Η διαφορά του σήματος που επιστρέφει από το αρχικό, εκφρασμένη σε dB αποτελεί το SRL. Δηλαδή SRL 40 dB σημαίνει ότι το σήμα που επιστρέφει θα είναι κατά 40 dB πιο εξασθενημένο από το αρχικό.
Όσο μεγαλύτερη είναι η απόλυτη τιμή σε dB, τόσο ασθενέστερες είναι οι ανακλάσεις, άρα, τόσο πιο άρτιο κατασκευαστικά είναι το καλώδιο.




Στην αναλογική επίγεια τηλεόραση, ένα καλώδιο με κακό SRL προκαλεί «είδωλα» στην εικόνα της τηλεόρασης. Στην περίπτωση των ψηφιακών σημάτων ένα καλώδιο με κακό SRL μπορεί να προκαλέσει «παγώματα» στην εικόνα ή ακόμη και να την εξαφανίσει τελείως.
Μια ειδική περίπτωση κακού SRL είναι η περιοδικότητα. Σε αυτήν υπάρχει μια κατασκευαστική ατέλεια που επαναλαμβάνεται σε ίσα διαστήματα. Το αποτέλεσμα είναι το καλώδιο να εμφανίζει επιλεκτικά μεγάλες απώλειες, «εξαφανίζοντας» τα σήματα που μεταφέρονται σε συγκεκριμένες συχνότητες μόνο.
Μερικές φορές οι κακές τιμές SRL μπορεί να μην είναι αποτέλεσμα κακής κατασκευής αλλά να προκύψουν από κακή εγκατάσταση. Για να μη συμβεί αυτό θα πρέπει, κατά την εγκατάσταση, να λαμβάνεται μέριμνα, ώστε να μη γίνεται υπέρβαση της ελάχιστης ακτίνας κάμψης που προτείνει ο κατασκευαστής και να μην ασκούνται υπερβολικές εφελκυστικές δυνάμεις (απότομα τραβήγματα).
 
Για το πέρασμα μέσα από σωλήνες μια καλή πρακτική είναι η χρήση λιπαντικού. Κατά την εγκατάσταση ομοαξονικού καλωδίου με στερεωτικά καρφιά (ρόκα), οι αποστάσεις μεταξύ των καρφιών να μην είναι σε καμιά περίπτωση ίσες μεταξύ τους, αλλά τυχαίες.


Μηχανική αντοχή

Η παράμετρος αυτή αφορά στη μηχανική αντοχή του καλωδίου. Ένα κακό καλώδιο κατά την έλξη του (ανάλογα με τη δυσκολία έλξης, π.χ., αν υπάρχει εμπόδιο στις σωληνώσεις, γωνίες κ.λ.π.) είναι δυνατό να παραμορφωθεί, δηλαδή να μεταβληθεί το μήκος του.
Στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται οι παραπάνω περιγραφόμενες απώλειες επιστροφής.
Σημαντικό είναι ακόμη το καλώδιο να μην κάμπτεται σε ορθή γωνία κατά την τοποθέτηση του, αλλά να τοποθετείται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή ως προς την επιτρεπόμενη ακτίνα κάμψης.

Γήρανση

Η παράμετρος αυτή αναφέρεται στο πόσο γρήγορα ένα καλώδιο φθείρεται στο χρόνο.
 Οι περισσότεροι από εμάς θα έχουν παρατηρήσει τις μεταβολές αυτές, ιδιαίτερα όταν τα καλώδια βρίσκονται σε υγρό περιβάλλον.
Σε κάθε κεντρική εγκατάσταση υπάρχει ένα κομμάτι καλωδίου που συνδέει την κεραία που βρίσκεται στην ταράτσα με τον κεντρικό ενισχυτή που βρίσκεται μέσα στο κτίριο. Αυτό το τμήμα του καλωδίου συνήθως είναι εκτεθειμένο στον ήλιο και στην υγρασία.
Από την ποιότητα του εξωτερικού περιβλήματος εξαρτάται πόσο θα αντέξει το καλώδιο σε έντονα και ακραία καιρικά φαινόμενα, σε εκτεταμένες βροχοπτώσεις, σε συνεχή υγρασία, σε απότομες μεταβολές θερμοκρασίας κλπ. Έχουν αναφερθεί ακόμη και περιπτώσεις, όπου το καλώδιο της κεραίας καταστρέφεται από τσιμπήματα πουλιών!


Θωράκιση

Κάθε καλώδιο που μεταφέρει σήμα, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως κεραία λήψης, λαμβάνοντας εξωτερικά ηλεκτρομαγνητικά σήματα τα οποία προσθέτει στο σήμα που μεταφέρει. Παράλληλα λειτουργεί και ως κεραία εκπομπής, εκπέμποντας στο γύρω χώρο ένα τμήμα του σήματος που μεταφέρει.
Η Θωράκιση προσδιορίζει την αντίσταση του ομοαξονικού καλωδίου στις εξωτερικές ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές.

 Στις συχνότητες 5-30 ΜHz, μέτρο της θωράκισης είναι η σύνθετη αντίσταση μεταφοράς (transfer impedance, Zt) σε mOhm/m. Όσο μικρότερη η τιμή Zt σε mOhm/m, τόσο καλύτερα θωρακισμένο είναι το καλώδιο.

 Στις συχνότητες 30-3000 ΜHz, εκφράζεται ως εξασθένηση της θωράκισης (screening attenuation, As) σε dB. Όσο μεγαλύτερη η τιμή της As σε dB, τόσο περισσότερο καταφέρνει το καλώδιο να εξασθενήσει τις παρεμβολές, άρα «προστατεύει» καλύτερα το σήμα που μεταφέρει.

 Επίσης όσο καλύτερη η θωράκιση, τόσο λιγότερο ποσοστό του σήματος που μεταφέρει το καλώδιο εκπέμπεται στο περιβάλλον.


Η θωράκιση είναι μια ιδιότητα που δεν εξαρτάται από το μήκος του καλωδίου. Ακόμη και λίγα εκατοστά μη καλά θωρακισμένου καλωδίου μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα, εφ’ όσον υπάρχουν ισχυρές παρεμβολές. Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε την περίπτωση αυτή με μια καλά μονωμένη ταράτσα, που όμως έχει μια μικρή τρύπα. Η υγρασία θα περάσει από την τρύπα αυτή, παρόλο που όλη η υπόλοιπη επιφάνεια είναι μονωμένη.

Η υψηλή επικάλυψη πλέγματος δεν είναι ικανή συνθήκη για υψηλή θωράκιση. Υπάρχουν πολλές κατασκευαστικές παράμετροι, η κάθε μια από τις οποίες συνεισφέρει στο τελικό αποτέλεσμα της θωράκισης, και η υψηλή επικάλυψη είναι μία μόνο από αυτές.
Ενδεικτικά αναφέρουμε την εκκεντρότητα του κεντρικού αγωγού, το υλικό, την κατασκευή και το πάχος της ταινίας, το υλικό και τη διάμετρο των συρμάτων του πλέγματος, τη γωνία πλέξης κ.ο.κ.
Σύμφωνα λοιπόν με τις προδιαγραφές θα πρέπει να γνωρίζουμε την τιμή της θωράκισης, όπως αυτή προκύπτει από μετρήσεις του κατασκευαστή.


Ο πιο συνηθισμένος συνδυασμός (ηλεκτρομαγνητικής) θωράκισης είναι πλέγματος και ταινίας εξωτερικού αγωγού. Υπάρχουν ταινίες αλουμινίου ή χαλκού, μονές ή διπλές, με διαφορετικά πάχη. Οι ταινίες αλουμινίου συνδυάζονται με πλέγμα από σύρματα επικασσιτερωμένα ή επαργυρωμένα ενώ οι ταινίες χαλκού με σύρματα χάλκινα. Η χρήση ταινιών αλουμινίου με σύρματα από απλό χαλκό καλό θα είναι να αποφεύγεται, διότι με την ελάχιστη παρουσία υγρασίας προκαλείται γαλβανική διάβρωση λόγω επαφής διαφορετικών μετάλλων, η ταινία καταστρέφεται και οι απώλειες του καλωδίου αυξάνουν δραστικά.

Στις μέρες μας η θωράκιση των καλωδίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι:
Υπάρχουν πολύ περισσότερα ηλεκτρομαγνητικά σήματα στην ατμόσφαιρα από το παρελθόν και, άρα, περισσότερες εν δυνάμει πηγές παρεμβολών.
Όταν το καλώδιο μεταφέρει ψηφιακά σήματα (π.χ. δορυφορική ή επίγεια ψηφιακή λήψη), τυχόν παρεμβολές μπορεί να οδηγήσουν σε «πάγωμα» της εικόνας. Τα καλώδια με υψηλή θωράκιση, αποτελούν την βέλτιστη επιλογή για τη μεταφορά ψηφιακών σημάτων.
Η ευρωπαϊκή επιτροπή για την ηλεκτροτεχνική τυποποίηση (CENELEC), αναγνωρίζοντας τη σημασία της θωράκισης, στην πρόσφατη έκδοση των προτύπων ταξινομεί όλα τα ομοαξονικά καλώδια σε κατηγορίες, με βάση τη θωράκισή τους (Β, Α, Α+, Α++).

Σήμερα στις εγκαταστάσεις κεντρικών κεραιών χρησιμοποιείται ομοαξονικό καλώδιο αντίστασης 75Ω στα 200ΜΗz

Πρίζες

Οι πρίζες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:

Πρίζες διέλευσης

Παρεμβάλλονται στη γραμμή μεταφοράς του σήματος. Δέχονται το σήμα στην είσοδο τους, το παρέχουν στον δεκτή και το διανέμουν μέσω της εξόδου για να πάει σε άλλο δωμάτιο - χώρο. Έχουν απώλειες διέλευσης και απώλειες προς TV (απώλειες TAP)


Τερματικές πρίζες

Τοποθετούνται πάντα στο τέλος της γραμμής. είναι πάντα η τελευταία πρίζα στην εγκατάσταση (εκεί που τελειώνει το καλώδιο) και η διάφορα τους είναι ότι ενσωματώνουν αντίσταση 75Ω, ώστε να μην υπάρχουν σήματα RF ανεπιθύμητα μέσα στον ενισχυτή. Έχουν απώλειες προς TV (απώλειες TAP)


Υπάρχουν και πρίζες διέλευσης οι οποίες συνοδεύονται με αντιστάσεις για μετατροπή τους σε τερματικές






Η επιλογή, απλώς, μιας καλής μάρκας για τις πρίζες, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε υλικού, οδηγεί συνήθως σε αποτυχία.
 Οι κατασκευαστές διακοπτικού υλικού παρέχουν στον εγκαταστάτη τα τεχνικά χαρακτηριστικά των πριζών τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.

Εάν, για παράδειγμα, κάποιος κατασκευαστής διακοπτικού υλικού περιορίζει τον αριθμό των πριζών ανά κλάδο (π.χ. μέχρι 3 τεμάχια), τότε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτός ο περιορισμός κατά τη μελέτη της εγκατάστασης.


Στη χώρα μας, ενώ είναι συνηθισμένο το φαινόμενο 5 ή 6 πριζών εν σειρά στην εγκατάσταση (προσωπικά έχω συναντήσει περίπτωση 11 πριζών σε σειρά σε παλαιά οικοδομή), πολλές φορές οι προδιαγραφές του κατασκευαστή των πριζών που τελικά χρησιμοποιούνται δεν υποστηρίζουν τέτοια συνδεσμολογία.


ΔΙΑΚΛΑΔΩΤΕΣ ( splitter )

Είναι μια μονάδα που παρεμβάλλεται σε οποιοδήποτε τμήμα της γραμμής, όταν χρειάζονται παρακαμπτήριες πρίζες.



Εξάρτημα που χρησιμοποιείται πιο συχνά στίς εγκαταστάσεις. Στη βασική του μορφή είναι ένας διαιρέτης ισχύος 1/2.
Κάθε διαιρέτης 1/2 μειώνει το σήμα κατά 4 db περίπου.
Έχουμε διακλαδωτήρες 1/4 ,1/6, 1/8.





ΕΞΑΣΘΕΝΗΤΗΣ

Σε περιπτώσεις πάρα πολύ ισχυρού σήματος, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν εξασθενητές που μπορεί να είναι σταθερής εξασθένησης, π.χ 10db, 20db ή ρυθμιζόμενης μεταβλητής εξασθένησης, π.χ 10-20db


ΕΝΙΣΧΥΤΗΣ


Ο ενισχυτής είναι αναγκαίος για να αντισταθμίσει τις απώλειες σήματος που δημιουργούν τα υπόλοιπα εξαρτήματα. Το κέρδος του εκφράζεται σε db. Για να είναι αποδεκτή η λήψη, θα πρέπει η τάση του σήματος σε οποιαδήποτε πρίζα να μην είναι μικρότερη από 708μV ή 57db στα UHF. Αν δεν έχουμε αυτές τις τάσεις τότε είναι απαραίτητος ο ενισχυτής. Επίσης το σήμα δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από 16mV ή 87db στα UHF



Ο ενισχυτής σήματος δέχεται τα σήματα που λαμβάνουν οι κεραίες και τα ενισχύει σε τέτοιο βαθμό ώστε να καλύπτονται οι απώλειες του δικτύου διανομής και το σήμα που καταλήγει στους κεραιοδότες (πρίζες) να είναι επαρκές. Η προσεκτική σχεδίαση του δικτύου διανομής σήματος σε μία κεντρική εγκατάσταση μας εξασφαλίζει ότι:
Θα έχουμε ίση ή με ελάχιστες αποκλίσεις στάθμη σήματος σε όλους τους κεραιοδότες
Οι απώλειες που θα έχει το δίκτυο θα είναι κατά το δυνατόν μικρότερες
Ελαχιστοποιούμε τις απαιτήσεις σε τελική στάθμη εξόδου του ενισχυτή άρα απαιτείται μικρότερος (σε ισχύ) ενισχυτής

Ο ενισχυτής μας πρέπει να συνδέεται όσο το δυνατόν ποιο κοντά στην κεραία λήψης του σήματος. Αυτό διότι οι απώλειες από το μήκος του καλωδίου προστίθενται σαν θόρυβος ο οποίος αυξάνεται περνώντας μέσα από τον ενισχυτή και έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της ποιότητας του σήματος λήψης.
Αντίθετα οι ενισχυτές γραμμής τους εγκαθιστούμε κοντά στο τέλος της γραμμής μεταφοράς ή στη μέση της διαδρομής της και έχει την δυνατότητα να λαμβάνει στην είσοδο του ποιο ισχυρά σήματα να προσφέρει σε αυτά μια μικρή ενίσχυση έτσι ώστε να διανείμουμε το σήμα στους απαιτούμενους παραλήπτες.

Εκτός από τον αριθμό των εισόδων που μπορεί να μας παρέχει ένας ενισχυτής, τρία ακόμα είναι τα χαρακτηριστικά που μας ενδιαφέρουν. 
Ο συντελεστής ενίσχυσης, η μέγιστη στάθμη εξόδου καθώς και η στάθμη θορύβου.
 Όλα αυτά παρέχονται σαν πληροφορίες στα εγχειρίδια των κατασκευαστών και είναι σημαντικά για την επιλογή του σωστού ενισχυτή.


Ο συντελεστής ενίσχυσης ( GAIN ) που μετριέται σε dB και είναι δυνατόν να είναι διαφορετικός στα VHF και διαφορετικός στα UHF εφόσον ο ενισχυτής έχει διαφορετικές εισόδους για τα δύο φάσματα συχνοτήτων για αυτό και ο κατασκευαστής μας δίνει ξεχωριστά τον συντελεστή ενίσχυσης για κάθε φάσμα
συχνοτήτων.
Ουσιαστικά ο συντελεστής ενίσχυσης δεν έχει κάποια μονάδα μέτρησης, απλά μας παρέχει την πληροφορία πόσες φορές μπορεί ο συγκεκριμένος ενισχυτής να ενισχύσει το σήμα εισόδου του.
Οι περισσότεροι ενισχυτές μας δίνουν τη δυνατότητα να ελέγξουμε τον συντελεστή ενίσχυσης είτε μηχανικά είτε ηλεκτρονικά και μάλιστα με διαφορετικές επιλογές για το κάθε φάσμα συχνοτήτων.



Η μέγιστη στάθμη εξόδου του ενισχυτή μετριέται σε dBμV και είναι η μέγιστη απαραμόρφωτη στάθμη σήματος που μπορεί να μας δώσει ο εκάστοτε ενισχυτής.
 Στα χαρακτηριστικά των κατασκευαστών αναφέρεται σε ενίσχυση ενός μόνο καναλιού από τον ενισχυτή και μειώνεται σημαντικά, καθώς τα προς ενίσχυση κανάλια αυξάνονται. Εμπειρικά και κατά προσέγγιση η μέγιστη στάθμη σήματος πέφτει περίπου 1 dBμV για κάθε κανάλι ενίσχυσης. Άρα μπορούμε να πούμε ότι σε μία περιοχή με πληθώρα καναλιών η μέγιστη στάθμη εξόδου ενός ενισχυτή θα πρέπει να θεωρείται μειωμένη κατά 8 με 10 dBμV ακόμα και 15
dBμV σε κάποιες περιπτώσεις από αυτή που αναφέρουν τα χαρακτηριστικά που δίνει ο κατασκευαστής.
Φυσικά αναφερόμαστε πάντα στη στάθμη του ισχυρότερου καναλιού.
Στην περίπτωση που ξεπεράσουμε τη στάθμη αυτή ο ενισχυτής δημιουργεί παράγωγα ενδοδιαμόρφωσης, που εκδηλώνονται με παρεμβολές,
γραμμές στην εικόνα και στην περίπτωση του ψηφιακού σήματος, αν και σπάνια φθάνουμε σε τόσο υψηλά επίπεδα ενίσχυσης, με “παγώματα” στην εικόνα.
 Έτσι λοιπόν η στάθμη του ισχυρότερου καναλιού που μας δίνει η κεραία συν τον συντελεστή ενίσχυσης του ενισχυτή δεν πρέπει να ξεπερνάει τη μέγιστη στάθμη εξόδου μειωμένη κατά 4 έως και 15 dB ανάλογα με τα προς ενίσχυση κανάλια στην είσοδο του ενισχυτή.


Η στάθμη θορύβου που μας δίνεται από τον κατασκευαστή μας δίνει την μέγιστη στάθμη θορύβου που θα εισέλθει στο σήμα μας περνώντας μέσα από τον ενισχυτή. Μετριέται σε dB όπως και ο συντελεστής ενίσχυσης και συνήθως βάζουν μπροστά το μαθηματικό σύμβολο του μικρότερου, δηλώνοντας έτσι και το
μέγιστο της στάθμης.
 Σχεδόν όλοι οι ενισχυτές νέας τεχνολογίας έχουν πολύ χαμηλή στάθμη θορύβου και έτσι δεν μας απασχολεί ιδιαίτερα αυτό το χαρακτηριστικό στην επιλογή του ενισχυτή, εκτός από σπάνιες
περιπτώσεις που το σήμα που φθάνει στον ενισχυτή είναι οριακό. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούμε ενισχυτές πολύ χαμηλού θορύβου.



ΕΙΔΗ ΕΝΙΣΧΥΤΩΝ 

ενισχυτές ιστού ,
τους ενισχυτές δικτυού [κεντρικούς] ,
και τους ενισχυτές γραμμής.

Η επιλογή ενός ενισχυτή είναι σημαντική υπόθεση. Δεν έχει για παράδειγμα καμία σχέση η επιλογή ενός ενισχυτή ιστού με έναν ενισχυτή για ένα καλωδιακό δίκτυο.


Ένας ενισχυτής ιστού έχει την ιδιότητα να ενισχύει πολύ χαμηλά σήματα, γι’ αυτό πολλές φορές θα έχετε παρατηρήσει ότι σε περιοχή με υψηλή στάθμη σήματος από την κεραία ο ενισχυτής ιστού «κλιπάρει» χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα ρύθμισης ούτε από τα ενσωματωμένα ρυθμιστικά. Ο τύπος αυτός του ενισχυτή πρέπει να συνδέεται όσο γίνεται πιο κοντά στην κεραία. Αυτό διότι η απώλεια του καλωδίου προστίθεται σαν θόρυβος με αποτέλεσμα την μείωση της ποιότητας του σήματος.

Ο ενισχυτής ιστού πολλές φορές είναι απαραίτητος σε μια επίγεια εγκατάσταση. Να σημειώσουμε ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ο ενισχυτής ιστού τοποθετείται χωρίς να χρειάζεται, είτε από έλλειψη γνώσεων, είτε για λόγους "εντυπωσιασμού" του πελάτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει πρόβλημα, εισάγοντας θόρυβο που προηγουμένως δεν υπήρχε και παραμορφώνοντας το αρχικό σήμα λήψης.





Σε περιοχές εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, χρησιμοποιείται ενισχυτής ιστού για τη  λήψη των επίγειων τηλεοπτικών προγραμμάτων παλιά αναλογικών τώρα ψηφιακών. Αυτό οφείλεται στη χαμηλή στάθμη του επίγειου σήματος που λαμβάνει η κεραία, τοπικά σε κάθε περιοχή με αποτέλεσμα να απαιτείται η ενίσχυσή του, ώστε να αποδίδεται καθαρή εικόνα στην τηλεόραση.
 Ο ενισχυτής ιστού,  ονομάζεται έτσι γιατί το ένα μέρος του, (ο ενισχυτής), προσαρμόζεται στον ιστό της κεραίας δηλαδή βρίσκεται πάνω στην κεραία, έχει την ιδιότητα να ενισχύει το ασθενές σήμα που φτάνει στην είσοδό του από την επίγεια κεραία και στη συνέχεια να το εξάγει στην έξοδό του.

 Όπως φάνηκε και από τις προηγούμενες φωτογραφίες αποτελείται από δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα είναι η μονάδα του ενισχυτή, ενώ το άλλο είναι το τροφοδοτικό του, που τοποθετείται σε εσωτερικό χώρο (συνήθως εντός της οικίας ή στο δώμα της ταράτσας) και απαιτεί μόνιμη τροφοδοσία ρεύματος από το δίκτυο της ΔΕΗ . Τα δύο τμήματα συνδέονται μεταξύ τους, μέσω του ομοαξονικού καλωδίου που χρησιμοποιείται για την μεταφορά του επίγειου τηλεοπτικού σήματος και για δίνει τάση στην μονάδα του ενισχυτή.
Ο ρόλος του τροφοδοτικού είναι να δίνει τάση  στον ενισχυτή , αλλά και να διαχωρίζει το σήμα στις δύο εξόδους του, ώστε να μπορούν να τροφοδοτηθούν με τηλεοπτικό σήμα  δύο τηλεοράσεις.


Ο ενισχυτής ιστού σε ρόλο κεντρικού ενισχυτή

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ο ενισχυτής ιστού παίζει το ρόλο ενός μικρού κεντρικού ενισχυτή, τροφοδοτώντας έτσι μια μικρή διάταξη  πριζών.
 Για παράδειγμα, εάν πρέπει να καλύψουμε περισσότερες από δύο τηλεοράσεις ή περισσότερες από δύο μικρές διατάξεις πριζών, μπορούμε σε κάθε μία από τις δύο εξόδους του τροφοδοτικού να συνδέσουμε από ένα splitter (διακλαδωτής) πολύ καλής ποιότητας, ώστε να έχουμε ίδια διανομή του σήματος.
Κάθε μία από τις δύο εξόδους του τροφοδοτικού συνδέεται με την είσοδο των splitters, ενώ σε κάθε έξοδο των splitters συνδέουμε τη γραμμή που θέλουμε να τροφοδοτήσουμε με τηλεοπτικό σήμα. Στην περίπτωση αυτή έχουμε τοποθετήσει τη μονάδα του τροφοδοτικού στο δώμα της ταράτσας, όπου εκεί θα πρέπει να υπάρχει παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.

Η φυσιολογική απώλεια που προσδίδουν τα splitters δεν θα πρέπει να σας προβληματίσει. Για τέτοιου τύπου εγκαταστάσεις επιλέγουμε πάντα ενισχυτή με αρκετά υψηλή απολαβή.





Προσθήκη γραμμής τηλεοπτικού σήματος από την ταράτσα

Μία άλλη περίπτωση είναι όταν απαιτείται μία επιπλέον παροχή τηλεοπτικού σήματος, που θα ξεκινάει όμως από την ταράτσα.
Σε αυτήν την περίπτωση, οι δύο τηλεοράσεις που έχουμε στην οικία μας, τροφοδοτούνται κανονικά, αλλά εμείς χρειαζόμαστε τροφοδοσία και για μία τρίτη TV, χωρίς όμως να πάρουμε σήμα από την έξοδο του τροφοδοτικού, αφού κάτι τέτοιο σημαίνει ότι θα περνάει τηλεοπτικό καλώδιο εντός της οικίας μας.
 Άρα θα πρέπει να πάρουμε γραμμή από την ταράτσα

Όπως βλέπετε στο παρακάτω σχήμα , στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να τοποθετήσουμε εντός πλαστικού αδιάβροχου κουτιού ένα splitter 1:2, δηλαδή ένα splitter μίας εισόδου και δύο εξόδων. Όμως το συγκεκριμένο splitter θα πρέπει να έχει μια ιδιαιτερότητα. Θα πρέπει να είναι DC Pass (επιτρεπτή διέλευση συνεχούς τάσεως) μόνο στη μία έξοδό του, κάτι που σημαίνει ότι θα επιτρέπει να περάσει μόνο από τη μία έξοδό του συνεχές ρεύμα και όχι από την άλλη.
Για το σκοπό αυτό συνδέουμε την είσοδο του splitter με την έξοδο του ενισχυτή ιστού. Αντίστοιχα, η έξοδος του splitter που αφήνει το συνεχές ρεύμα να περάσει, συνδέεται με το ομοαξονικό καλώδιο που κατεβαίνει στο τροφοδοτικό. Η άλλη έξοδος συνδέεται με τη νέα παροχή που καταλήγει σε μια  τηλεόραση, σε διαφορετικό χώρο. Με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτούμε τον ενισχυτή ιστού μέσω της εξόδου DC pass του splitter, αποκλείοντας ταυτόχρονα τη διέλευση της τάσης αυτής στη νέα γραμμή. Έτσι, επιτυγχάνουμε να έχουμε τάση προερχόμενη από το τροφοδοτικό μέχρι τον ενισχυτή, ενώ παράλληλα έχουμε επίγειο σήμα στη νέα τηλεόραση.
Προσοχή, η τοποθέτηση του splitter θα δημιουργήσει μια φυσιολογική απώλεια της τάξης 4-5dΒ στις εξόδους του τροφοδοτικού, κάτι όμως που και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα σας προβληματίσει.





 Κεντρική εγκατάσταση χωρίς παροχή ρεύματος στην ταράτσα

Μια άλλη περίπτωση σε κεντρική εγκατάσταση είναι ο ηλεκτρολόγος να έχει τραβήξει γραμμές για τις τηλεοπτικές πρίζες από την ταράτσα, αλλά να μην έχει προβλέψει παροχή ρεύματος για το τροφοδοτικό. Σε αυτήν την περίπτωση, η τοποθέτηση του τροφοδοτικού εντός οικίας είναι μονόδρομος. Πώς όμως θα τροφοδοτήσουμε με τηλεοπτικό σήμα τις γραμμές μας, ενώ το τροφοδοτικό θα βρίσκεται σε κάποιο δωμάτιο;

Κι εδώ θα ακολουθήσουμε τη διαδικασία της προηγούμενης εφαρμογής. Ανάλογα με το πόσες καθόδους έχουμε, θα επιλέξουμε το αντίστοιχο splitter. Για παράδειγμα, εάν έχουμε τέσσερις καθόδους, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε splitter μιας εισόδου και τεσσάρων εξόδων (1:4).
Φυσικά, μόνο η πρώτη έξοδος θα είναι DC pass.




Oπως βλέπετε στο παραπάνω σχήμα , η είσοδος του splitter δέχεται σήμα από τον ενισχυτή. Η έξοδος του splitter που αφήνει να περάσει το συνεχές ρεύμα, τροφοδοτεί με επίγειο σήμα την κάθοδο, στην οποία θα πρέπει να συνδεθεί το τροφοδοτικό.
Εάν στην άκρη της συγκεκριμένης καθόδου έχουμε τοποθετημένη μια απλή πρίζα τηλεόρασης, την αντικαθιστούμε με μια πρίζα TV/Sat χαμηλών απωλειών κι ας μην έχουμε δορυφορικό σήμα ή δέκτη. Ο λόγος είναι ότι μέσω της πρίζας αυτής θα τροφοδοτήσουμε τον ενισχυτή στην ταράτσα, ενώ παράλληλα δεν θα περάσει συνεχές ρεύμα προς την τηλεόρασή μας. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να συνδέσουμε την έξοδο του τροφοδοτικού στη θέση Sat της πρίζας, ώστε να δώσει συνεχή τάση στον ενισχυτή της ταράτσας, μέσω του DC pass splitter που έχουμε βάλει. Η έξοδος TV της πρίζας συνδέεται κανονικά στην τηλεόρασή μας.




Εάν για κάποιο λόγο στην άκρη της καθόδου δεν μπορεί να τοποθετηθεί πρίζα, τότε χρησιμοποιούμε μίκτη-διαχωριστή  TV/Sat, κάτι που έχει ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα. Επίσης, αν στην ίδια γραμμή έχουμε παραπάνω από μία πρίζα TV, θα πρέπει να αντικατασταθεί και αυτή με πρίζα TV/Sat ή με πρίζα TV DC pass (δηλαδή με πρίζα TV, που επιτρέπει τη διέλευση DC στην κάθοδο, όχι όμως και προς την τηλεόραση).

Οι υπόλοιπες έξοδοι του splitter συνδέονται κανονικά με τις υπόλοιπες καθόδους, ενώ οι πρίζες που καταλήγουν παραμένουν ως έχουν.

Μην ξεχνάμε πως η τοποθέτηση του splitter επάνω θα δημιουργήσει μεγαλύτερη απώλεια αυτήν τη φορά σε σχέση με την προηγούμενη περίπτωση και ειδικά στις εξόδους του τροφοδοτικού. Αυτό όμως ίσως δεν θα σας απασχολήσει, αφού σε αυτήν τη διάταξη, μπορείτε να μη χρησιμοποιήσετε καθόλου τις εξόδους του τροφοδοτικού.

Αντίθετα, ένας ενισχυτής  δικτύου έχει την δυνατότητα να δεχτεί στην είσοδό του πολύ πιο υψηλά σήματα προκειμένου να διανεμηθούν.
Οι κεντρικοί ενισχυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πολυκατοικίες. Μερικοί από αυτούς διανέμουν το σήμα διαφορετικά ανά έξοδο. Έτσι μπορούμε να παραμετροποιήσουμε διαφορετικά πχ τον χρηστή του 1 ου ορόφου με αυτό των του 5ου και 4ου.


Παρατηρούμε δύο ίδιους τύπους ενισχυτών με τις ίδιες εισόδους, την ίδια στάθμη εξόδου και την ίδια στάθμη θορύβου.
 Η διαφορά των δύο είναι ο συντελεστής ενίσχυσης.
 Μπορούμε να παρατηρήσουμε επίσης και τη ξεχωριστή ενίσχυση που προσφέρει ο ενισχυτής μας σε κάθε είσοδο του.



Εδώ βλέπουμε άλλους τρεις ενισχυτές στους οποίους μπορούμε να παρατηρήσουμε και τη διαφορά στον αριθμό των εισόδων τους.
 Μπορούμε να δούμε ακόμα από την φωτογραφία και κάποια μηχανικά χαρακτηριστικά όπως για παράδειγμα ότι οι συνδέσεις των καλωδίων πάνω στον ενισχυτή γίνονται με
βύσματα τύπου F καθώς και τα ρυθμιστικά που φαίνονται κάτω από κάθε είσοδο και ουσιαστικά μας δίνουν την δυνατότητα να ελέγχουμε ξεχωριστά την ενίσχυση την οποία θέλουμε να λάβει κάθε σήμα εισόδου.
Επειδή εμείς έχουμε ασχοληθεί με το φάσμα συχνοτήτων των UHF που είναι άλλωστε και το βασικό για τα τηλεοπτικά κανάλια, όταν χρησιμοποιούμε μόνο τη μία είσοδο ρυθμίζουμε τις άλλες εισόδους στο ελάχιστο για να αποφύγουμε ανεπιθύμητα φαινόμενα παρεμβολών και ενδοδιαμόρφωσης.



Σε αυτά τα δύο είδη των ενισχυτών έχουμε μεγάλη στάθμη εξόδου και μεγαλύτερη ενίσχυση σε σχέση με τα προηγούμενα παραδείγματα ενισχυτών αλλά βλέπουμε και την συγχρόνως αυξημένη στάθμη θορύβου.
 Επίσης σε αυτό τον ενισχυτή τα ειδικά προσαρμοσμένα ποτενσιόμετρα ελέγχουν την ενίσχυση από τις βαθμίδες ενίσχυσης που περιέχει ο ενισχυτής μας.
 Για την ελαχιστοποίηση της στάθμης θορύβου σε αυτή την περίπτωση προτιμάται η μέγιστη ενίσχυση από την πρώτη βαθμίδα και η ελαχιστοποίηση των
υπολοίπων. Αυτό συμβαίνει γιατί στην πρώτη βαθμίδα ενίσχυσης στο σήμα μας δεν έχει εισέλθει ο θόρυβος από προηγούμενες ενισχυτικές βαθμίδες και έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι ενισχύουμε μόνο το καθαρό σήμα εισόδου, σε αντίθεση με τις επόμενες βαθμίδες που το σήμα μας έχει υποστεί είδη επεξεργασία από τον ενισχυτή και έχει προστεθεί σε αυτό ο θόρυβος και έχει ως αποτέλεσμα την ταυτόχρονη αύξηση
σήματος και θορύβου.



Οι ενισχυτές γραμμής χρησιμοποιούνται συνήθως για να ενισχύσουν ελαφρώς ένα σήμα σε ένα διαμέρισμα με μεγάλη απόσταση από την κεντρική κεραία (πολλές απώλειες) η σε μια TV που είναι στην τελευταία πρίζα.



Οι ενισχυτές γραμμής όπως έχουμε είδη αναφέρει εφαρμόζονται μετά από τον κεντρικό ενισχυτή.
Κατά κύριο λόγο αυτού του είδους οι ενισχυτές χρησιμοποιούνται σε τρεις περιπτώσεις και σπάνια σε τέσσερις όπως θα δούμε.


Η πρώτη και η ποιο απλή περίπτωση είναι μετά την πρίζα τηλεοράσεως στην οποία παρουσιάζεται εξασθενημένο το σήμα μας.


Οι άλλες δύο βασικές περιπτώσεις που μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε ενισχυτή γραμμής είναι, όπως φαίνεται και από την παραπάνω φωτογραφία, ακριβώς μετά τον κεντρικό ενισχυτή της εγκατάστασης, για να αυξήσουμε την συνολική ενίσχυση ή σε έναν από τους κλάδους που θα τροφοδοτήσουμε με το σήμα μας και αναμένουμε μεγάλες απώλειες σε σχέση με τους υπόλοιπους. 



Πιο σπάνια ακόμα είναι η χρήση ενισχυτή γραμμής ως προενισχυτής πριν δηλαδή από τον κεντρικό ενισχυτή.
 Σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούμε ενισχυτές με πολύ καλά χαρακτηριστικά.

Οι ενισχυτές γραμμής θα πρέπει να αποφεύγονται και γενικά αν θα μπορούσαμε να δώσουμε έναν κανόνα για τις κεντρικές εγκαταστάσεις λήψης τηλεοπτικού σήματος θα ήταν, ότι όσο μικρότερη ενίσχυση μπορούμε να δώσουμε στο αρχικό σήμα λήψης και από όσο λιγότερες ενισχυτικές βαθμίδες μπορεί να περάσει το αρχικό μας σήμα, τόσο καλύτερο και ποιοτικότερο θα είναι το σήμα μας.
 Ειδικά στο ψηφιακό σήμα, το σήμα μας έχει υψηλή ευαισθησία και η ποιότητα του σήματος είναι καθοριστικός παράγοντας λήψης. Η απόλυτη απουσία ενισχυτή όμως, δεν είναι πάντα εφικτή.


Τα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός ενισχυτή είναι:

1. Η ενίσχυση, π.χ 40db (GAIN δηλώνει πόσες φορές μπορεί ο συγκεκριμένος ενισχυτής
 να ενισχύσει το σήμα εισόδου του)
2. H περιοχή συχνοτήτων π,χ από 40 έως 860ΜΗz
3. Το ελάχιστο σήμα εισόδου, π.χ 0,1mV (Εάν το σήμα που λαμβάνει ο ενισχυτής είναι μικρότερο από το ελάχιστο σήμα εισόδου  του, τότε πρέπει να τοποθετηθεί προενισχυτής 

4. Το μέγιστο ρεύμα εισόδου, π.χ 150mV
5. Το μέγιστο σήμα εξόδου, π.χ 114dbμV (500mV)
6. Η τάση τροφοδοσίας, π.χ 230V



Εμπειρικά και κατά προσέγγιση, σε μια περιοχή με πληθώρα καναλιών είτε από κεραία (π.χ. σε μια πόλη όπως Αθήνα , Ηράκλειο) ή σε ένα δίκτυο, η μέγιστη στάθμη εξόδου ενός ενισχυτή θα πρέπει να θεωρείται μειωμένη κατά 8-10 ή ακόμη και 15 dB από αυτή που αναφέρουν τα χαρακτηριστικά του.
 Φυσικά αναφερόμαστε στη στάθμη του ισχυρότερου καναλιού.

 Εάν ξεπεράσουμε τη στάθμη αυτή τότε ο ενισχυτής δημιουργεί παράγωγα ενδοδιαμόρφωσης, που εκδηλώνονται με παρεμβολές, γραμμές στην εικόνα κ.λ.π.

Έτσι λοιπόν η στάθμη του ισχυρότερου καναλιού που μας φέρνει η κεραία συν το GAIN του ενισχυτή δεν πρέπει να ξεπερνάει τη μέγιστη στάθμη εξόδου του ενισχυτή μειωμένη από (περίπου) 4 έως και 15 dB, ανάλογα με τον αριθμό καναλιών στην είσοδο του ενισχυτή.

Παραδείγματα ενισχυτών




Ενισχυτές με equalizer

Πρόκειται για εξειδικευμένους ενισχυτές για την διόρθωση καμπύλης. Αναλυτικότερα: Είναι γνωστό σε όλους μας ότι τα καλώδια δημιουργούν εξασθένηση στα μεταφερόμενα τηλεοπτικά σήματα .
 Η εξασθένηση αυτή είναι συνάρτηση της συχνότητας.
 Τα υψηλότερα κανάλια υφίστανται μεγαλύτερη εξασθένηση από τα χαμηλότερα).
 Ένα τυπικό καλώδιο κοινής εγκατάστασης μπορεί να έχει τις παρακάτω απώλειες: Στα 50 MHz > 5dB, στα 200 MHz > 8dB, στα 500 MHz > 13dB, στα 800 MHz >17dB
Εάν σε ένα τέτοιο καλώδιο δώσουμε ένα πλήρες φάσμα σημάτων τότε η απώλεια του πρώτου καναλιού θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από αυτή του τελευταίου.
 Όλα τα ενδιάμεσα κανάλια θα υποστούν μια διαφορά μεταξύ τους της τάξης των 12db. Εάν έχουμε μεγάλες αποστάσεις π.χ. 200μ τότε το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα σοβαρό. Στην περίπτωση αυτή για να ενισχύσουμε ξανά τα σήματα χρησιμοποιούμε ενισχυτή ευρείας ζώνης με slope equalizer προκειμένου να επαναφέρουμε τα σήματα στην αρχική μεταξύ τους σχέση.
 
Το slope equalizer είναι ένα δικτύωμα που επιτρέπει στον ενισχυτή αντί για ομοιόμορφη ενίσχυση σε όλη την περιοχή (flat καμπύλη) προοδευτικά αυξανόμενη ενίσχυση και μάλιστα με ρυθμιζόμενη σχέση, σε συνάρτηση με τις συχνότητες που καλείται να ενισχύσει.
Ο τύπος αυτός του ενισχυτή χρησιμοποιείται σε μεγάλες καλωδιακές εγκαταστάσεις.