ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACΕBOOK (Ηλεκτρολογικές Ενημερώσεις) ΚΑΙ ΚΑΝΤΕ LIKE

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Yδρογονοκίνητα αυτοκίνητα


Στα αζήτητα τα υδρογονοκίνητα αυτοκίνητα


Το υδροκίνητο αυτοκίνητο αποτελεί εναλλακτική λύση στα ηλεκτρικά. Η ζήτηση ωστόσο στη Γερμανία βρίσκεται σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα, γεγονός που οφείλεται στο υψηλό κόστος αγοράς, αλλά και την απουσία πρατηρίων.



Το υδρογόνο είναι ένα πολλά υποσχόμενο καύσιμο, μιας και διασφαλίζει μετακινήσεις με μηδενικούς ρύπους. Η τεχνολογία χρησιμοποιείται επιτυχώς εδώ και δεκαετίες στα υποβρύχια. Οι καταναλωτές στη Γερμανία αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη δείχνουν ωστόσο να αδιαφορούν για τα οχήματα υδρογόνου. Σε αντίθεση με τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που δείχνουν να καθιερώνονται σιγά σιγά, μόλις 386 υδρογονοκίνητα κυκλοφορούν σήμερα στους γερμανικούς δρόμους. Αν αναλογιστούμε ότι στη Γερμανία κυκλοφορούν 64,8 εκ. αυτοκίνητα το ποσοστό των υδρογονοκίνητων αντιστοιχεί στο 0,0006%. Αντίθετα τα ηλεκτρικά κατέχουν το 0,2% ποσοστό το οποίο σε σύγκριση με τα υδρογονοκίνητα παραπέμπει σε μία ιστορία επιτυχίας.


Μειωμένο είναι το ενδιαφέρον και των γερμανών κατασκευαστών. Η Daimler «έριξε» από το 2009 στην αγορά περίπου 200 οχήματα της B-Class με κινητήρα υδρογόνου, ενώ πέρυσι κυκλοφόρησε ένα όχημα εκτός δρόμου με κινητήρα που συνδύαζε μια μπαταρία με κυψέλες υδρογόνου. BMW, VW και Audi έχουν πειραματιστεί με υδρογόνο, αλλά δεν σχεδιάζουν προς το παρόν την παραγωγή κάποιου οχήματος.


Μόλις 71 πρατήρια υδρογόνου υπάρχουν στη Γερμανία




Ο οικονομολόγος Φέρντιναντ Ντουντεχόφερ, ο οποίος ειδικεύεται σε ζητήματα αυτοκίνησης, αποδίδει το μειωμένο ενδιαφέρον για τα υδρογονοκίνητα στο υψηλό κόστος αγοράς: «Η τιμή είναι υπερβολική και κυμαίνεται σήμερα μεταξύ 70.000 και 80.000 ευρώ». Την ίδια στιγμή ειδικοί σε ζητήματα περιβάλλοντος εκφράζουν αμφιβολίες και για την χαμηλή ενεργειακή απόδοση, όπως ο Φλόριαν Χέκερ από το Ινστιτούτο Öko: «Απαιτείται ρεύμα για να παραχθεί υδρογόνο από νερό, το οποίο στη συνέχεια μετατρέπεται στο αυτοκίνητο σε ρεύμα. Πρόκειται για ενεργοβόρα διαδικασία. Μόλις το 25% της ενέργειας μετατρέπεται εν τέλει σε κίνηση, ενώ στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα το ποσοστό αυτό βρίσκεται γύρω στο 70%».


Στα πλεονεκτήματα των υδρογονοκίνητων ανήκει και η αυτονομία που μοιάζει με εκείνη των κινητήρων εσωτερικής καύσης και φθάνει τα 500 χιλιόμετρα. Εκτός αυτού ο ανεφοδιασμός με το υγρό καύσιμο είναι υπόθεση μερικών λεπτών. Σε αντίθεση η φόρτιση της μπαταρίας των ηλεκτρικών οχημάτων έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια. Για τον ανεφοδιασμό τον υδρογονοκίνητων ωστόσο απαιτείται ένα αποδεκτό δίκτυο πρατηρίων, το οποίο η Γερμανία, για παράδειγμα, δεν διαθέτει. Ο Πέτερ Φους από την εταιρία συμβούλων ΕΥ θεωρεί ότι για να γίνουν τα υδρογονοκίνητα ελκυστικά για τους καταναλωτές θα πρέπει να υπάρχουν στη χώρα περίπου 1.000 πρατήρια. Σήμερα το δίκτυο περιλαμβάνει όμως μόλις 71 πρατήρια, τα οποία του χρόνου υπολογίζεται να ξεπεράσουν τα 100.

πηγή:www.dw.com

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Τo µέλλον των φωτοβολταϊκών είναι στις µπαταρίες



Σύµφωνα µε τους ειδικούς, εκεί θα στηριχθεί η νέα εποχή για τη διαχείριση και την αποθήκευση της παραγόµενης ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο για την επόµενη διετία µια τέτοια επένδυση είναι ασύµφορη

Το μέλλον είναι στις... µπαταρίες, για τη διαχείριση και την αποθήκευση της παραγόµενης ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά, αλλά και στη χρήση των δικτύων ενέργειας. Ωστοσο, προς το παρόν µια τέτοια επένδυση είναι ασύµφορη, αφού η απόσβεση µπορεί να πάρει και µία εικοσαετία!

Στο στοιχείο αυτό κατέληξαν οι ειδικοί που επεξεργάζονται τα συστήµατα αποθήκευσης ενέργειας µε δύο πρότζεκτ τα οποία εκτελούν στην περιοχή της Κοζάνης και στη Θεσσαλονίκη. Οπως τόνισαν, πάντως, οι τιµές των µπαταριών πέφτουν µε τέτοια ταχύτητα και ρυθµό ώστε σε δύο χρόνια από σήµερα η επένδυση σε ένα σύστηµα αποθήκευσης ενέργειας θα είναι συµφέρουσα και ελκυστική. Μέσα στο 2018 το ΑΠΘ προχώρησε σε δύο πρότζεκτ, ένα στην περιοχή της Κοζάνης και ένα στην πανεπιστηµιούπολη της Θεσσαλονίκης, ακριβώς για να µετρήσει τις δυνατότητες που δίνουν η ανάπτυξη και η εφαρµογή συστηµάτων µπαταριών.



«Πιλοτικές εγκαταστάσεις»

«Προχωρήσαµε σε πιλοτικές εγκαταστάσεις σε καταναλωτές στην Κοζάνη αλλά και σε παραγωγούς-καταναλωτές στο κτίριο του Κέντρου διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσµάτων του ΑΠΘ» είπε στην «Ηµερησία» ο Γρηγόρης Παπαγιάννης, καθηγητής στο Τµήµα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του πανεπιστηµίου. Οι ερευνητές παρακολούθησαν πώς µπορεί να γίνει αποδοτική η ενσωµάτωση φωτοβολταϊκών στοιχείων και συστηµάτων αποθήκευσης ενέργειας στο ηλεκτρικό δίκτυο. Το πρώτο πρότζεκτ άρχισε τον Μάρτιο του 2018 σε τρία δηµοτικά κτίρια στην Κοζάνη, σε µια εταιρεία (τον Συνεταιρισµό Φαρµακοποιών Φαρµακευτικών Συλλόγων Δυτικής Μακεδονίας) και σε µια κατοικία όπου είχαν εγκατασταθεί φωτοβολταϊκά συστήµατα.



Το δεύτερο πρότζεκτ άρχισε τον Σεπτέµβριο του 2018, στο κτίριο του Κέντρου Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσµάτων (ΚΕΔΕΑ), όπου έγινε καταµέτρηση των ενεργειακών του καταναλώσεων, όπως η θέρµανση και η ψύξη, ενώ εγκαταστάθηκαν ηλιακά πάνελ και σύστηµα µπαταριών. Η ανάλυση των στοιχείων που προέκυψαν έπειτα από σχεδόν έναν χρόνο εφαρµογής των πρότζεκτ έδειξαν πως µια επένδυση σε µπαταρίες και συστήµατα αποθήκευσης ενέργειας σε φωτοβολταϊκά πάνελ µπορεί να αποδειχθεί σηµαντική, αφού εξασφαλίζει οικονοµία και σχετική αυτονοµία, αλλά προς το παρόν τουλάχιστον παραµένει ασύµφορη.

«Υπό τις παρούσες συνθήκες, εξαιτίας του υψηλού κόστους των µπαταριών και των συστηµάτων τιµολόγησης της παραγόµενης ενέργειας, είναι περισσότερο κερδοφόρα µια επένδυση σε ένα φωτοβολταϊκό χωρίς σύστηµα αποθήκευσης» είπε στην «Ηµερησία» ο καθηγητής ΑΠΘ, Γρηγόρης Παπαγιάννης, καθηγητής στο Τµήµα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Ιδρύµατος στον Τοµέα Ηλεκτρικής Ενέργειας. Είναι χαρακτηριστικό πως σήµερα µια τέτοια επένδυση σε ένα σύστηµα αποθήκευσης ενέργειας θα χρειαστεί µία 20ετία για να αποσβεστεί. Αυτό όµως αναµένεται να αλλάξει σε 1-2 χρόνια! Αιτία, η ραγδαία πτώση των τιµών των µπαταριών.

«Το κόστος έχει αρχίσει να µειώνεται πάρα πολύ και θα µειωθεί ακόµη περισσότερο στα επόµενα χρόνια. Σήµερα η τιµή της συγκεκριµένης µπαταρίας υπολογίζεται στα 600-800 ευρώ/kw, όταν πριν από λίγα χρόνια ήταν στα 1.200 ευρώ/kw. Στα αµέσως επόµενα χρόνια εκτιµάται ότι θα φτάσει στα 200 ευρώ/kw. Σύµφωνα µε τις µετρήσεις που έχουµε κάνει, το ποσό των 200 ευρώ/Kw για τις µπαταρίες λιθίου αποθήκευσης ενέργειας, αποτελεί το όριο, βάσει του οποίου µε το υπάρχον σύστηµα του Net metering που υπάρχει στην Ελλάδα αρχίζει και γίνεται η επένδυση µε αποθήκευση περισσότερο ελκυστική από αυτήν χωρίς, και πάντα σε συνδυασµό µε τα φωτοβολταϊκά συστήµατα» προσέθεσε µιλώντας στην «Ηµερησία» ο κ. Παπαγιάννης. Ακόµα και έτσι, όµως, το κράτος θα µπορούσε να παρέµβει και να δώσει κίνητρο για την ανάπτυξη συστηµάτων αποθήκευσης της ηλεκτρικής ενέργειας στα φωτοβολταϊκά πάνελ.



«Χρειάζεται κατάλληλη πολιτική απόφαση. Εφόσον το κράτος κεντρικά θελήσει να υιοθετήσει µια πολιτική για να πριµοδοτήσει κατά κάποιον τρόπο την εγκατάσταση µπαταριών από τους παραγωγούς/καταναλωτές, µπορεί να αλλάξει κάποιες παραµέτρους στο πακέτο του Net metering και αµέσως οι σχετικές επενδύσεις να γίνουν ελκυστικές» προσέθεσε.

Οπως είπε ο κ. Παπαγιάννης, «η κερδοφορία ενός φωτοβολταϊκού συστήµατος ΦΒ µε σύστηµα αποθήκευσης εξαρτάται από πολλές παραµέτρους και απαιτεί ιδιαίτερα προσεκτικό σχεδιασµό-διαστασιολόγηση. Ορισµένες από τις σηµαντικότερες είναι: Προφίλ κατανάλωσης, κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, σχήµα/πολιτική ενίσχυσης, περιοχή εγκατάστασης (προφίλ ηλιακού δυναµικού και θερµοκρασίας) και τεχνικά χαρακτηριστικά αποθήκευσης (DoD, διάρκεια ζωής, κύκλοι φόρτισης, τεχνολογία κ.λπ.)». Επιπλέον, όπως επεσήµανε, η αποθήκευση ενέργειας δεν είναι πανάκεια. «Η τεχνολογία µπαταριών πρέπει να επιλέγεται προσεκτικά, αφού παρά το γεγονός ότι οι µπαταρίες µολύβδου-οξέος είναι φτηνότερες από τις λιθίου, έχουν µικρότερη ωφέλιµη χωρητικότητα και µεγαλύτερους ρυθµούς αυτοεκφόρτισης» τόνισε. Η αγορά φωτοβολταϊκών έχει αρχίσει να «ξαναζεσταίνεται» στη χώρα µας. Το επενδυτικό ενδιαφέρον, τόσο από εγχώριους οµίλους όσο και από µεγάλα πολυεθνικά funds, είναι µεγάλο. Το πρώτο τρίµηνο του 2019 είχαν γίνει αιτήσεις για αδειοδότηση έργων της τάξης των 7 GW, εκ των οποίων το 0,5 GW αφορούσε έργα ισχύος µικρότερης των 500 kW και τα υπόλοιπα µεγάλα έργα.

πηγή:ethnos.gr