ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACΕBOOK (Ηλεκτρολογικές Ενημερώσεις) ΚΑΙ ΚΑΝΤΕ LIKE

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Από τα... λαδοφάναρα και τις λάμπες πετρελαίου στο αεριόφως

Όπως είναι λογικό, δημόσιος φωτισμός στην Αθήνα στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου δεν υπήρχε, ούτε βέβαια και στα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση του ’21, στα χρόνια δηλαδή της απελευθέρωσης. Μόλις έπεφτε ο ήλιος, μαύρο σκοτάδι κάλυπτε ολόκληρη την πόλη και στους δρόμους οι κάτοικοι κρατούσαν φανάρια ή πυρσούς αναμμένους για να κάνουν τις διαδρομές τους, ιδίως τις ημέρες που δεν υπήρχε πανσέληνος.

Η πρώτη οργανωμένη απόπειρα δημόσιου φωτισμού αποφασίστηκε να οργανωθεί από τη Δημογεροντία Αθηνών, με την ευκαιρία της άφιξης του νεαρού βασιλιά Όθωνα στην πρωτεύουσα. Το βράδυ της 1ης Δεκεμβρίου 1833, ημέρα άφιξης και διαμονής του βασιλιά στην Αθήνα, οι τοπικές αρχές αποφάσισαν να φωταγωγήσουν το μνημείο της Ακρόπολης ολόκληρη τη νύχτα. Mε βάση τον σχεδιασμό που είχε γίνει, οι Αθηναίοι πολίτες άναψαν, σε επιλεγμένα σημεία, τεράστιες φωτιές γύρω από τον ιστορικό αυτό χώρο, φωτίζοντας τον Παρθενώνα, τις Καρυάτιδες και τα Προπύλαια. Οι φωτιές έκαιγαν ολόκληρη τη νύχτα και το μνημείο ήταν ορατό όχι μόνο από την πόλη, αλλά και από όλα τα γειτονικά χωριά του λεκανοπεδίου.

Βρισκόμαστε στο 1835. Η Αθήνα μας προσπαθείνα συμμαζευτεί και να ορθοποδήσει από τα ερείπια που άφησε η οθωμανική κατοχή.
Ένα από τα πολλά προβλήματα που έχει να λύσει είναι και εκείνο του φωτισμού. Δεν υπάρχουν ακόμη χαραγμένοι δρόμοι και τα μονοπάτια είναι γεμάτα πέτρες και άλλα υλικά που όχι μόνο κάνουν επικίνδυνο το περπάτημα, ιδιαίτερα τη νύχτα, αλλά μπορείς εύκολα ακόμη και να χαθείς. Στις αφηγήσεις των περιηγητών, από τις πιο σημαντικές πηγές πληροφόρησής μας, διαβάζουμε ότι οι κάτοικοι έβαζαν σημάδια στις διαδρομές τους για να βρουν τον δρόμο της επιστροφής!



Ο Γάλλος περιηγητής J. F. Michaud παρατηρεί: «Ιδού αι Αθήναι… σήμερον δεν διατηρούν καμμίαν χαραγμένην οδόν. Εβαδίζομεν διά σωρών συντριμμάτων διεσπαρμένων, ατραπόν σχηματισθείσαν εις το μέσον των ερειπίων, υπερπηδώντες εις έκαστον βήμα σωρούς πετρών, τμήματα τοίχων, σπονδύλους κιόνων, εκτάδην κειμένων επί της σκόνης… Σήμερον δεν υπάρχει ούτε οδός, ούτε δημοσία πλατεία, ούτε κήπος, ούτε μονή, ούτε εκκλησία. Συνηντήσαμεν γλαύκας, αλλά το πτηνόν αυτό της Αθηνάς δεν είναι πλέον εδώ παρά το σύμβολον της αφώνου ερημίας…»

ΦΑΝΟΚΟΡΟΣ 1

Για να λυθεί λοιπόν το θέμα του φωτισμού μπήκαν λαδοφάναρα σε 15 σημεία της πόλης  που άναβαν κάποιες ώρες το βράδυ…  Ο συνολικός  φωτισμός της Αθήνας ήταν 80 λαδοφάναρα όλα και όλα. «Όταν η αργυρά και μελαγχολική πανσέληνος έλαμπε στον αττικό ουρανό, άναβαν μόνον 20-25 στα κεντρικότερα σημεία της πόλεως, που κι αυτά έσβηναν, όταν φυσούσε δυνατός άνεμος, και έτσι η πρωτεύουσα βυθιζόταν στο σκότος».. Υπάλληλοι του Δήμου φρόντιζαν καθημερινά το άναμμα και το σβήσιμο.

Πολύ αργότερα στα φανάρια λαδιού προστέθηκαν και φανάρια που λειτουργούσαν με πετρέλαιο.



Το 1857 προς το τέλος της Οθωνικής περιόδου ξεκίνησε στην Αθήνα των 30.000 κατοίκων ένα σημαντικό έργο υποδομής: η δημιουργία εργοστασίου παραγωγής φωταερίου και του αντίστοιχου δικτύου διανομής του, που θα εξασφάλιζε φωτισμό και ενέργεια για δημόσια και οικιακή χρήση. Από τότε λοιπόν στη συμβολή της οδου Πειραιώς με την Ιερά Οδό άρχισε να λειτουργεί το εργοστάσιο Φωταερίου (Γκάζι) από τον επιχειρηματία Φραγκίσκο Φεράλδη.  Η μικρή παραγωγή, βεβαίως, μόλις αρκούσε για φωτισμό κατά τη διάρκεια της νύχτας και φυσικά όπου μπορούσε να φτάσει το μικρό δίκτυο διανομής του.

 Τα φανάρια του λαδιού και του πετρελαίου έδιναν ακόμη τον τόνο στη βραδινή εικόνα της Αθήνας. Γι’ αυτό και το γεμάτο παράπονο ποιηματάκι του ταλαίπωρου Παλιού Αθηναίου:
«Φεγγαράκι μου ωραίο, φέγγε μου να περπατώ
και στο σπήτι να πηγαίνω και να μην παραπατώ.
Φύλαγέ με από κλέφταις, υπονόμους και στενά,
από το Αεριόφως και φανάρια σκοτεινά.
Φύλαγέ με από ξύλο ξαφνικό και μαχαιριαίς,
φύλαγέ με από σκύλους και ηρώων κουμπουριαίς».
 
 
Η αρχή όμως είχε γίνει. Το 1864 λειτουργούσαν στην πόλη της Αθήνας, εκτός από τα φανάρια λαδιού και πετρελαίου, και 250 φανάρια αερίου, ενώ το 1874 αυτά ήταν συνολικά 600.
 
Τα φανάρια του γκαζιού ήταν οι διάδοχοι των λαδολύχναρων και των λαμπών πετρελαίου. Τα κλασικά φανάρια, τοποθετημένα στην κορυφή ενός σιδερένιου στύλου χρησίμευαν ως φάρος για τους ηρωικούς διαβάτες που ριψοκινδύνευαν τις νύχτες στα σοκάκια και τα καλντερίμια των Αθηνών. Παθητικό το φως των γκαζοφάναρων, με αναιμικό αντιφέγγισμα δεν έφτανε για να φωτίσει τις λακκούβες των δρόμων, όπου έπεφταν οι διαβάτες.
Η ύπαρξή τους ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τους φανοκόρους, τους δημοτικούς υπαλλήλους που είχαν την υποχρέωση να ανάβουν τα φανάρια. Αθόρυβες και γοργές σκιές που μόλις σουρούπωνε γλίστραγαν από γωνιά σε γωνιά, άνοιγαν με το καμάκι τους την κλούβα του γκαζιού και έδιναν την φλόγα που συντρόφευε τους ελάχιστους περιπατητές.
 
Από τις δάδες στους φανοστάτες και στον «μάγο» ηλεκτρισμό… - Media
 
 Ο μεγάλος μας πεζογράφος Γεώργιος Δροσίνης, ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα την οθωνική περίοδο, περιγράφοντας τα παιδικά του χρόνια αναφέρει ότι «Από το ίδιο παράθυρο προσμέναμε κάθε βράδυ μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει να ιδούμε και το άναμμα του μεγάλου κρεμαστού φαναριού του δρόμου».

Πολύ χαρακτηριστική είναι επίσης και η περιγραφή για τη διαδικασία που ακολουθούσε ο φανοκόρος: «Έξω από τα σπίτια μας ψηλά στο πλάι της καμαρωτής εξώπορτας, κρέμονταν ένα μεγάλο φανάρι από μακρύ σιδερένιο κοντάρι καρφωμένο στον τοίχο και κάθε βράδυ ερχόταν και ένας άνθρωπος ψηλός, αμίλητος, κουκουλωμένος σα μάγος του παραμυθιού, μ’ ένα μακρύ σίδερο στα χέρια κι ένα τενεκεδένιο ροΐ γεμάτο λάδι. Με το σίδερο ξεγάντζωσε και κατέβαζε το κοντάρι και αφού γέμιζε το φανάρι λάδι και το καθάριζε με ένα πανί, το άναβε και το ανέβαζε πάλι ψηλά για να φέγγη το δρόμο… ».
 
Το 1877 αναλαμβάνουν Γάλλοι μηχανικοί την λειτουργία του εργοστασίου και, με τις κατάλληλες επενδύσεις και συμφωνίες με τον Δήμο, κατορθώνουν να επεκτείνουν το δίκτυο διανομής φωταερίου σε όλα τα καταστήματα και τα σπίτια του κέντρου της Αθήνας! Η παραγωγή φωταερίου συνεχίστηκε αδιάλειπτα και με υποδειγματικό τρόπο μέχρι το 1984. Σήμερα ολόκληρο το εργοστασιακό συγκρότημα έχει αναπαλαιωθεί και εξωραϊστεί και αποτελεί πολιτιστικό κέντρο του Δήμου της πόλης (Τεχνόπολη).