ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACΕBOOK (Ηλεκτρολογικές Ενημερώσεις) ΚΑΙ ΚΑΝΤΕ LIKE

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΗΣΗ ΕΠΙΓΕΙΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ





Στην τηλεόραση, η έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας έχει διευκολύνει τον τρόπο λήψης του επίγειου ψηφιακού σήματος. Η καλύτερη εικόνα που προσφέρει σε συνδυασμό με τη χαμηλότερη στάθμη σήματος λήψης κάνει την αποκωδικοποίηση της εικόνας πιο απλή υπόθεση σε σχέση με την αναλογική τεχνολογία.

Ραδιοκύματα είναι τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα με συχνότητα από περίπου 3 Hz έως 300 GHz. Ειδικότερα τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα με συχνότητες μεταξύ 0,3 GHz και 300 GHz ονομάζονται μικροκύματα. Μεγαλύτερες συχνότητες εμπίπτουν στο φάσμα της υπέρυθρης ακτινοβολίας.

Ο πομπός  εκπέμπει το σήμα σε μία από τις παρακάτω ζώνες συχνοτήτων:

UHF ( Ultra High Frequency, υπερυψηλές συχνότητες ): Στη ζώνη αυτή η συχνότητα κυμαίνεται από 300 MHz ( ελάχιστο ) έως 3000 MHz ( μέγιστο ) και  περιλαμβάνει τα κανάλια 21 έως 69
VHF ( Very Ηigh Frequency, πολύ υψηλές συχνότητες ): Στη ζώνη αυτή η συχνότητα κυμαίνεται από 30 MΗz έως 300 MΗz και περιλαμβάνει τα κανάλια 2 έως 12

Αυτές οι ζώνες συχνοτήτων δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τηλεοπτικές μεταδόσεις. Σε αυτές τις ζώνες συχνοτήτων έχουν εκχωρηθεί κανάλια και για άλλες εφαρμογές, όπως η ραδιοφωνία FM, οι ραδιοερασιτεχνικές εκπομπές, τα ειδικά ραδιοδίκτυα κ.τ.λ..

Η κατανομή των καναλιών είναι διαφορετική για κάθε περιοχή του κόσμου.
Συνοπτικά, στην Ελλάδα έχουμε τα παρακάτω κανάλια, ανάλογα με τη ζώνη εκπομπής:

Ζώνη I (VHF): Κανάλια 2, 3, 4.
Ζώνη II (VHF): Δεν υπάρχουν τηλεοπτικά κανάλια, χρησιμοποιείται για ραδιοφωνία FM.
Ζώνη III (VHF): Κανάλια 5-11.
Ζώνη IV (UHF): Κανάλια 21-37
Ζώνη V (UHF): Κανάλια 38-69

Επίσης, υπάρχει η ζώνη με τα κανάλια S2-S20 (VHF). Σε αυτή τη ζώνη δε γίνονται εκπομπές από επίγειο σταθμό. Αυτή η ζώνη χρησιμοποιείται μόνο για τις καλωδιακές εγκαταστάσεις.



Επίγεια ψηφιακή τηλεόραση

Η επίγεια ψηφιακή τηλεόραση (DTTV ή DTT) είναι μια εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας που παρέχει μεγαλύτερο αριθμό καναλιών και/ή καλύτερη ποιότητα εικόνας και ήχου (AC3, Dolby ψηφιακό) μέσω μιας συμβατικής κεραίας αντί μιας δορυφορικής σύνδεσης. Για παράδειγμα, στο ίδιο κανάλι UHF
μπορούν να εκπέμπουν μέχρι και 4 κανάλια με συμβατική ποιότητα εικόνας(SDTV), ή ένα κανάλι με εικόνα υψηλής ευκρίνειας ( HD TV ).

Εγκατάσταση κεντρικής κεραίας

Μια εγκατάσταση κεντρικής επίγειας λήψης τηλεοπτικού σήματος περιλαμβάνει τα στοιχεία, κεραία λήψης για τηλεόραση, ιστό στήριξης της κεραίας, κατάλληλο ενισχυτή σήματος, διανεμητή σήματος (διακλαδωτές), καλώδια 75 Ω, πρίζες παροχής σήματος.


Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη σωστή λήψη ενός τηλεοπτικού σήματος είναι οι εξής:

α) Το σημείο που θα εγκατασταθεί η κεντρική κεραία λήψεως, πρέπει να έχει τουλάχιστον οπτική επαφή με τα σημεία εκπομπής.
β) Η σωστή επιλογή της κεραίας και η σωστή στήριξη της.
γ) Τα εσωτερικά καλώδια της εγκατάστασης να έχουν τη χαμηλότερη δυνατή απώλεια. Να διαθέτουν καλή θωράκιση ώστε να αντέχουν στο χρόνο και την υγρασία.
δ) Ο κεντρικός ενισχυτής να έχει τέτοια ενίσχυση που να καλύπτει τις απώλειες σήματος που προέρχονται από τις διακλαδώσεις, τα καλώδια και τις πρίζες.










Εγκατάσταση κεντρικής καλωδίωσης

Οι τρόποι εγκατάστασης κεντρικής καλωδίωσης για τηλεόραση σε ένα κτίριο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τυποποιημένοι. Αυτό μας βοηθάει κυρίως στις επιδιορθώσεις κεντρικών εγκαταστάσεων κεραίας μιας και μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε το δίκτυο του κτιρίου και να παρέμβουμε σε αυτό.

Έχουμε τρεις συνήθεις τρόπους εγκατάστασης κεντρικής καλωδίωσης.

Ο πρώτος τρόπος και πιο παλιός για την εγκατάσταση της καλωδίωσης ενός δικτύου τηλεόρασης είναι σε στήλες. Σε αυτή την περίπτωση οι γραμμές των καλωδίων οι οποίες ξεκινούν από το κέντρο λήψης στην κορυφή του κτιρίου και διασχίζουν το κτίριο κατακόρυφα. Σε κάθε όροφο που θέλουμε μπαίνει πρίζα διελεύσεως και στον τελευταίο παραλήπτη, στο τέλος της γραμμής, τοποθετούμε μία τερματική πρίζα.
Με αυτό το τρόπο έχουμε το θετικό ότι φθάνουν λίγες γραμμές στο κέντρο λήψης και έτσι δε χρειαζόμαστε μεγάλους διακλαδωτές. Επίσης θετικό είναι και η εύκολη σχετικά εγκατάσταση και αντικατάσταση του καλωδίου.
Από την άλλη όμως είχαμε πολύ μεγάλες γραμμές, υπερφορτωμένες από παραλήπτες τις περισσότερες φορές, και με μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση προβλημάτων σε περίπτωση επισκευής.
Το πιο συνηθισμένο πρόβλημα πού έπρεπε να λύσουμε είναι το πώς θα φτάσει το σήμα μας στους πρώτους ορόφους του κτιρίου δηλαδή στους τελευταίους παραλήπτες της γραμμής και αυτό χωρίς να ''μπουκώσουμε'‘ τους πρώτους παραλήπτες της γραμμής από σήμα και χωρίς να έχουμε ενδοδιαμόρφωση από την υπερβολική ενίσχυση της γραμμής του δικτύου.

Τον τρόπο αυτό δεν τον συνιστώ.




Οι δύο άλλοι τρόποι που χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα, είναι αυτοί της αυτονομίας των παραληπτών. Τους δύο αυτούς τρόπους καλωδίωσης ενός κτιρίου τους παρουσιάζουμε μαζί, γιατί βασίζονται στην ίδια λογική.

Στην μία περίπτωση η κάθε πρίζα ανεβαίνει με ανεξάρτητη γραμμή μέχρι το κέντρο λήψης της εγκατάστασης.
Καταλαβαίνουμε ότι είναι πολύ εύκολο με αυτό το τρόπο να ελέγξουμε και να διαχειριστούμε το σήμα που φθάνει σε κάθε πρίζα χωριστά.
Ο συγκεκριμένος τρόπος καλωδίωσης είναι από τους ποιο βολικούς από τεχνικής απόψεως.
 Η κάθε γραμμή ξεκινώντας από το κέντρο λήψης πηγαίνει στον χώρο στον οποίο θα εγκατασταθεί η πρίζα τηλεόρασης, σε αυτή την περίπτωση η πρίζα είναι πάντα τερματική και στην οποία ο χρήστης συνδέει τον δέκτη της τηλεόρασης.






Ο συγκεκριμένος τρόπος εγκατάστασης όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε πολύ μικρά δίκτυα με λίγους παραλήπτες και μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε το γιατί.
Δεν μπορούμε ούτε καν να φανταστούμε τι θα γινόταν σε ένα κέντρο λήψης μιας πολυκατοικίας με τέσσερις ορόφους και πέντε πρίζες ανά όροφο.
 Το κέντρο λήψης θα ''πνιγόταν'' από τα καλώδια και οι απώλειες από την χρήση πολλών διακλαδωτών θα δυσκόλευαν τη λειτουργία της εγκατάστασής μας.

Στην προσπάθεια λοιπόν για να επιλύσουμε αυτό το πρόβλημα με τον παραπάνω τρόπο καλωδίωσης, εφαρμόζουμε την δεύτερη περίπτωση με αυτόνομες γραμμές


Σε αυτή τη μέθοδο καλωδίωσης του δικτύου οι γραμμές που μέχρι τώρα άρχιζαν από το κέντρο λήψης και πήγαιναν κατευθείαν σε μία τερματική πρίζα, σύμφωνα με την παραπάνω μέθοδο, τώρα τροφοδοτούν ένα υποδίκτυο, για παράδειγμα,
έναν όροφο του κτιρίου ή στην περίπτωση πολυκατοικίας κάθε διαμέρισμα χωριστά.
 Άρα στην θέση της τερματικής πρίζας τοποθετείται μια πρίζα διελεύσεως και η γραμμή συνεχίζει τροφοδοτώντας και τις
υπόλοιπες πρίζες του υποδικτύου. Στο τέλος της γραμμής τοποθετούμε πάντα την τερματική πρίζα.
 Με αυτό τον τρόπο αξιοποιούμε τα θετικά και των δύο παραπάνω τρόπων καλωδίωσης μια κεντρικής εγκατάστασης
για επίγεια τηλεόραση.
 Παρατηρούμε την αυτονομία στα υποδίκτυα και συγχρόνως περιορίζουμε τις γραμμές που καταφθάνουν στο κέντρο λήψης.




ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ


Οι παρακάτω υπολογισμοί που αναφέρουμε γίνονται για να βρούμε την ισχύ του σήματος (Power) που θα φτάσει σε κάθε πρίζα. Εκτός όμως από την ισχύ του σήματος θα πρέπει να βρούμε και άλλες δύο παραμέτρους. Αυτές είναι τα C/N και MER οι οποίες βρίσκονται μόνο με πεδιόμετρο.


To MER (Modulation Error Ratio) δηλώνει την αναλογία του σφάλματος διαμόρφωσης, δηλαδή πόσο αποκλίνει το σήμα λήψης από το ιδανικό. ‘Oσο μικρότερο είναι το σφάλμα διαμόρφωσης, δηλαδή όσο λιγότερο αποκλίνει το σήμα λήψης από το ιδανικό, τόσο μεγαλύτερη είναι η ένδειξη του MER. Όσο αυξάνει η ένδειξη του MER τόσο βελτιώνεται το σήμα λήψης. Για να έχω ικανοποιητικό MER ρέπει να είναι >25dB.
Σε μερικά όργανα υψηλής ποιότητας, αλλά και σε υποδεέστερα, υπάρχει μάσκα αποτύπωσης της καλύτερης ποιότητας με χρωματική διαβάθμιση. Στην πραγματικότητα όμως, υπάρχει μία παρουσία από μικρά σύννεφα στο κάθε τετράγωνο τα οποία κινούνται γύρω από το κέντρο του πολλές φορές. Όσο μεγαλύτερο το MER τόσο πιο μικρά είναι αυτά τα σύννεφα θυμίζοντας περισσότερο κουκίδα στο κέντρο του τετραγώνου.

To  C/N (carrier to Noise) μας δείχνει πόσο καθαρό είναι το σήμα. Για να είναι καθαρό ένα σήμα θα πρέπει το C/Ν να είναι 30-35dB


Το PWR (Power) μας δείχνει τη στάθμη (ένταση) του τηλεοπτικού σήματος. Η ένταση μετριέται συνήθως σε dBμV/m ή dBm που είναι λογαριθμική σύγκριση στάθμης σήματος με αναφορά του ενός microvolt ανά μέτρο ή ενός milliwatt αντίστοιχα.
Η ένταση του τηλεοπτικού σήματος σε κάθε πρίζα δέκτη πρέπει να είναι 57-84
dBμV (σύμφωνα με τη Matel), και περισσότερα από 55 dBμV σύμφωνα με την Televes


Στο ξεκίνημά της, όπως κάθε νέα τεχνολογία, η ψηφιακή τηλεόραση έφερε κάποιες τεχνικές δυσκολίες. Αρχικά, οι τεχνικοί είχαν να αντιμετωπίσουν το άγνωστο της ψηφιακής τηλεόρασης, καθώς δεν μπορούσαν να έχουν εικόνα του σήματος με την μέθοδο που γνώριζαν. Δεν ήταν λίγοι οι τεχνικοί που προβληματίστηκαν στην εγκατάσταση συστημάτων λήψης διότι πολύ απλά δεν προμηθεύτηκαν άμεσα εξελιγμένα όργανα για αποκωδικοποίηση της εικόνας και ανάλυση του ψηφιακού σήματος σε μονάδες μέτρησης ποιότητας όπως BER και MER.
Στην αναλογική τηλεόραση, η ποιότητα του λαμβανόμενου σήματος είχε άμεσο αντίκτυπο στην εικόνα του τηλεθεατή [χιόνια, είδωλα] και ο τεχνικός μπορούσε εύκολα να έχει ενδείξεις τυχόν προβλημάτων με οδηγό την οθόνη του δέκτη. Η ψηφιακή τηλεόραση ωστόσο δεν εμφανίζει αυτή τη σταδιακή επιδείνωση της ποιότητας εικόνας, αλλά λειτουργεί άριστα έως ένα ελάχιστο όριο λήψης, μετά το οποίο αρχίζουν απότομα τα προβλήματα [λανθασμένα pixel, στιγμιαίο πάγωμα εικόνας] και η ολική απώλεια σήματος.
Τα αναλογικά πεδιόμετρα που χρησιμοποιούσαν οι τεχνικοί για μετρήσεις και εγκαταστάσεις συστημάτων αναλογικής τηλεόρασης δεν μπορούν δυστυχώς να απεικονίσουν αποτελεσματικά το σύνολο των χαρακτηριστικών λήψης του νέου ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος.
Πλέον, οι κατασκευάστριες εταιρείες οργάνων μέτρησης έχουν δημιουργήσει υψηλής ποιότητας όργανα μέτρησης και ελέγχου ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος, αλλά και οικονομικότερα προϊόντα τα οποία, σε συνδυασμό με ένα αναλογικό αναλυτή φάσματος, μπορούν να εξυπηρετήσουν τις επαγγλεματικές ανάγκες που έχουμε ως τεχνικοί.
Τα ακριβά όργανα μέτρησης ψηφιακών σημάτων, εκτός των βασικών μετρήσεων ποιότητας της εικόνας που δίνουν [Bit Error Rate], προσφέρουν και οπτική ένδειξη μέσω της αποκωδικοποιημένης εικόνας. Αντίθετα τα οικονομικότερα όργανα, τα οποία συνήθως δεν έχουν δυνατότητα αποκωδικοποίησης της εικόνας, δίνουν πιο γενικές ενδείξεις για την ποιότητα της ψηφιακής λήψης.

Αρχικά μια επιτυχημένη εγκατάσταση κεραίας απαιτεί σχεδιασμό με τις απαιτήσεις μας, (sat, TV, Radio κτλ), μετά πρέπει να μετρηθεί το επίπεδο σήματος στην περιοχή με πεδιόμετρο (στην έξοδο της κεραίας)
Μετά από αυτό ξεκινάμε αντίστροφα υπολογίζοντας τις απώλειες

Υπάρχουν απώλειες από:

Τα μέτρα των καλωδίων 0,16 – 0,25db / m
(οι απώλειες του καλωδίου δίνονται σε db/100m, οπότε μπορούμε να βρούμε τις απώλειες ανά μέτρο διαιρώντας με το 100)

Απώλειες φορτίου από την πρίζα διελεύσεως Η απόσβεση σε μια πρίζα λόγω διέλευσης κυμαίνεται από 1-4 dB, ενώ η απόσβεση σύνδεσης καλωδίου με τον δέκτη της τηλεόρασης κυμαίνεται από 13-25 dB. (εξαρτάται από την πρίζα και δίνεται στα χαρακτηριστικά της)

Απώλειες συζεύξεως. Οφείλονται στο δικτύωμα από την είσοδο έως την έξοδο της κάθε τερματικής πρίζας  1-16 db (εξαρτάται από την πρίζα και δίνεται στα χαρακτηριστικά της)
Απώλειες διακλαδωτή 6 db 2 διακλαδώσεις, 10db οι 3 διακλαδώσεις, 12 db οι 4 διακλαδώσεις

Άρα λοιπόν αθροίζοντας τις απώλειες μπορούμε να υπολογίσουμε τι ενισχυτή μπορούμε να πάρουμε και με τι επίπεδο ενίσχυσης (gain) 


Υπολογισμός ενισχυτή για κεντρική κεραία τηλεόρασης

Κάθε ενισχυτής κεραίας χαρακτηρίζεται από το βαθμό ενίσχυσης (κέρδος ή απολαβή) σε db που παρέχει. Ο αριθμός των db ενίσχυσης αντιστοιχεί σε λόγο τάσεων με τον οποίο πολλαπλασιάζεται η τάση σήματος


Προσθέτουμε τις απώλειες που εμφανίζει ο πιο βεβαρημένος κλάδος (αυτός που εμφανίζει τις μεγαλύτερες απώλειες), δηλαδή τις απώλειες διέλευσης πριζών, τις απώλειες απόζευξης ή σύνδεσης τερματικής πρίζας και τις απώλειες κατανεμητών και καλωδίων.
Αφαιρούμε το σύνολο των απωλειών (του δυσμενέστερου κλάδου) από το λαμβανόμενο σήμα UHF.
Αυτό που βρίσκουμε το αφαιρούμε από τα 57db (σύμφωνα με τη Matel), τα οποία θεωρούνται το ελάχιστο ικανοποιητικό σήμα στην είσοδο της TV (σύμφωνα με την Televes τα 55db) .
Προσθέτουμε στην τιμή που βρήκαμε ένα ποσοστό 20% για υπερκάλυψη των απωλειών σύνδεσης και σαν συντελεστή ασφαλείας.
Η τιμή που βρίσκουμε προσδιορίζει το κέρδος σε db που πρέπει να μας δίνει ο ενισχυτής.

Η μέτρηση του λαμβανόμενου σήματος γίνεται με πεδιόμετρο απευθείας από την κεραία.

Η πρίζα αποτελεί την πηγή τροφοδοσίας του σήματος στο δέκτη TV. Έχουμε δύο ειδών πρίζες: τις πρίζες διέλευσης και τις τερματικές.
Η απώλεια διέλευσης στις πρίζες διέλευσης  κυμαίνεται μεταξύ 1-4db, ενώ στις τερματικές η απώλεια σύνδεσης κυμαίνεται μεταξύ 1-16db.
Σε μια καλή εγκατάσταση θα πρέπει η τερματική πρίζα (δηλαδή η τελευταία του κλάδου) να έχει στάθμη σήματος τουλάχιστον 57db για τα UHF. Αν αυτό δεν συμβαίνει ενισχύουμε το σήμα της κεραίας σε τέτοιο βαθμό ώστε να αντισταθμίσουμε τις διάφορες απώλειες.

Παράδειγμα 1: (μετρώντας τα db του σήματος στην έξοδο της κεραίας)


Να υπολογιστούν οι απώλειες της εγκατάστασης κεραίας και το κέρδος του ενισχυτή (αν χρειάζεται).

Δίνονται:
Σήμα από κεραία UHF (χωρίς ενισχυτή): 65db (τη μετράμε με το πεδιόμετρο)
Απώλειες κατανεμητή 1:2: 6db
Απώλειες πριζών διέλευσης: 2db
Απώλεια τερματικής πρίζας: 8db
Απώλεια καλωδίου: 15db/100m/800MHz ή 0,15db/m



Υπολογισμός απωλειών εγκατάστασης:



Υπολογισμός ενισχυτή:


Σήμα εισόδου=65db

Μείον απώλεια δυσμενέστερου κλάδου=65-23=42db
Για ελάχιστο απαιτούμενο σήμα στην TV 57db έχουμε 57-42=15db.
Άρα ο ενισχυτής θα πρέπει να δίνει με επαύξηση 20%: 18db κέρδος



Παράδειγμα 2: Σχέδιο και υπολογισμός κεντρικής εγκατάστασης 21 διαμερισμάτων-7 ορόφων-3 διαμερισμάτων ανά όροφο




Υπολογισμός του ενός κλάδου, ισχύει και για τους άλλους δύο κλάδους του διαχωριστή.
Ο υπολογισμός γίνεται με την βασική σκέψη ότι στην τερματική πρίζα του ενός κλάδου πρέπει να έχουμε σήμα τουλάχιστον 57dBμV.


ΥΛΙΚΟ- ΑΠΩΛΕΙΕΣ
Απώλεια καλωδίου 10m+3m+3m+3m+3m+3m+3m (απώλεια διελεύσεως του καλωδίου 28m για τους 7 ορόφους) 28m*0,4db/m=11,2db
Απώλεια διελεύσεως των 6 πριζών (6πρίζες*2db) 12dB
Απώλεια τερματικής πρίζας TV 8dB
Απώλεια διακλαδωτή 3 διακλαδώσεων 10  dB
Άρα συνολικές απώλειες: 11,2+12+8+10=41,2db

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΣΤΑΘΜΗ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΕΝΙΣΧΥΤΗ : 41,2+57=98,2dBμV

Στη συνέχεια μετράω με το πεδιόμετρο τα db του σήματος που βγάζει στην έξοδο η κεραία (έστω ότι είναι 69db) και τα αφαιρώ από τα db των απωλειών που έχω για να υπολογίσω την ενίσχυση του ενισχυτή που θα επιλέξω (98,2-69=29,2db)
Το αποτέλεσμα το προσαυξάνω κατά 20% και γίνεται περίπου 35db. Χρειάζομαι δηλαδή ενισχυτή με απολαβή 35db.


Όπως αναφέραμε οι παραπάνω υπολογισμοί θα πρέπει να γίνονται για να πάρουμε μια εικόνα των συσκευών που θα χρησιμοποιήσουμε, αλλά το τελικό πραγματικό αποτέλεσμα θα το μάθουμε μόνο παίρνοντας μετρήσεις με το πεδιόμετρο, όπως βλέπουμε στα δύο παρακάτω σχήματα:
Παίρνουμε μετρήσεις στην έξοδο της κεραίας, του ενισχυτή, των splitter και των πριζών. Επίσης δεν μετράμε μόνο την ισχύ του σήματος (Power) αλλά και τα C/N και MER



Ένα νέο φορητό πεδιόμετρο είναι το Televes Η30Flex.
Το H30Flex είναι ένα νέο φορητό πεδιόμετρο της ισπανικής Televes που προσφέρει στον εγκαταστάτη μία ολοκληρωμένη σειρά λειτουργιών, με ιδιαίτερη ευκολία στη χρήση του. Το ελαφρύ αυτό φορητό πεδιόμετρο διαθέτει όλες τις απαραίτητες λειτουργίες για την εγκατάσταση και συντήρηση ενός συστήματος λήψης ψηφιακών σημάτων DVB-S/S2, DVB-T/T2, DVB-C καθώς και αναλογικών εκπομπών. Το όργανο έχει τη δυνατότητα μέτρησης των χαρακτηριστικών μίας εκπομπής, όπως των πληροφοριών των χαρακτηριστικών ενός καναλιού, της απεικόνισης του constellation και φάσματος, προβολή της εικόνας μίας υπηρεσίας MPEG, αναγνώριση υπηρεσίας, καταγραφή datalogs, και άλλα.




Ένα ακόμη κριτήριο που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο εγκαταστάτης σε μια κεντρική εγκατάσταση, όσον αφορά στην επιλογή του ενισχυτή, είναι η διαφορετική στάθμη σήματος που αποδίδουν οι κεραίες λήψεως.
Οι αιτίες γι’ αυτό μπορεί να είναι πολλές: 

πομποί με διαφορετική ισχύ εκπομπής, 
διαφορετικά διαγράμματα στα συστήματα ακτινοβολίας, 
πομποί σε διαφορετική απόσταση ή κατεύθυνση από το σημείο λήψης, κλπ.

Το αποτέλεσμα είναι η λήψη από την κεραία να μην έχει την ίδια στάθμη σε όλα τα κανάλια, όπως θα έπρεπε (και όπως συμβαίνει στο σύνολο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών), αλλά αντίθετα να έχει μεγάλες αποκλίσεις στις τιμές, οι οποίες φτάνουν ακόμα και στα 20 dB από το ισχυρότερο στο χαμηλότερο κανάλι.

Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, ισχύει σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα στους τεχνικούς που ασχολούνται με αυτό το αντικείμενο, μερικοί από τους οποίους κάνουν και σοβαρά λάθη στην επιλογή των χαρακτηριστικών του ενισχυτή που θα χρησιμοποιήσουν.


Ακολουθεί ένα παράδειγμα για το πώς μπορούμε, χρησιμοποιώντας τις σωστές πρίζες, να εξισορροπήσουμε τη στάθμη του σήματος σε μία στήλη με 6 πρίζες σε σειρά.

Αριστερά στο επόμενο σχήμα απεικονίζεται μία στήλη με πρίζες της μάρκας «Χ» και δεξιά μία στήλη με πρίζες της μάρκας «Ψ».
Στην αριστερή στήλη (μάρκα «Χ»), έχουμε δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε μόνο έναν τύπο πρίζας διελεύσεως, με απώλεια διέλευσης (απώλεια που έχει το σήμα στην έξοδο της πρίζας προς την επόμενη) 1,5 dB, και απώλεια ΤΑΡ (η απώλεια σήματος στην έξοδο της πρίζας προς τον δέκτη) 14dB (για συντομία 1,5/14).
Η τερματική πρίζα έχει απώλεια TAP 10dB.
Στη δεξιά στήλη, η χρήση πριζών μάρκας «Ψ», μας επιτρέπει να επιλέξουμε πρίζες με διαφορετικές τιμές απώλειας διέλευσης/απώλειες ΤΑΡ σε κάθε θέση. Έτσι έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε ανάμεσα σε πρίζες με τιμές  1/18, 1/13, 2/10, 2/8, 4/4.

Με δεδομένο ότι έχουμε στάθμη σήματος στην αρχή της στήλης 99dB/μV που προέρχεται από κάποιο ισχυρού σήματος κανάλι 1 (σχήμα 1) και 77db/μV που προέρχεται από κάποιο ασθενούς σήματος κανάλι 2 (σχήμα 2) ας δούμε τι αποτελέσματα θα έχουμε και στις δύο περιπτώσεις.




Παρατηρούμε τη διαφορά που υπάρχει στη στάθμη του σήματος προς το δέκτη, μεταξύ της πρίζας με την υψηλότερη και της πρίζας με τη χαμηλότερη στάθμη σήματος.
 Στην αριστερή στήλη η διαφορά είναι 12dB (73db με 85db) για το κανάλι 1 (51db με 63db) για το κανάλι 2  ενώ
 στη δεξιά στήλη είναι μόλις 3,5dB (80,5db με 83,5db) για το κανάλι 1 (58db με 61,5db) για το κανάλι 2 .

Tι βλέπουμε λοιπόν?

Θεωρήσαμε, ότι έχουμε μέγιστη στάθμη ενός καναλιού 1 τα 99dB/μV και ελάχιστη στάθμη σε άλλο κανάλι 2 τα 77dB/μV (πράγμα καθόλου σπάνιο), θα δούμε ότι:
 Στο σχήμα 2 οι 3 τελευταίες πρίζες της μάρκας «Χ» παρέχουν σήμα στο δέκτη κάτω από το όριο των 57db, ενώ η τρίτη παρέχει σήμα οριακής, για σωστή λήψη, στάθμης 57db για το συγκεκριμένο χαμηλής στάθμης κανάλι 2.
Επίσης στο σχήμα 1 η πρώτη πρίζα της μάρκας <Χ> παρέχει σήμα στο δέκτη πάνω από το μέγιστο όριο των 84db για το συγκεκριμένο χαμηλής στάθμης κανάλι 1.
 

Από τα παραπάνω βγαίνει ακόμη ένα, επίσης, πολύ χρήσιμο συμπέρασμα: ότι, ενώ στην αριστερή στήλη έχουμε μέγιστη απώλεια προς τον δέκτη 26dB (προτελευταία πρίζα), στη δεξιά στήλη αντίστοιχα η απώλεια αυτή είναι 19dB (προτελευταία πρίζα).

 Εύκολα καταλαβαίνει, λοιπόν, κανείς ότι στην περίπτωση της δεξιάς στήλης απαιτείται μικρότερος, σε τελική στάθμη εξόδου και βαθμό ενίσχυσης (gain), ενισχυτής ή και καθόλου ενισχυτής.


Για το λόγο αυτό κρίνεται απαραίτητη, πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, η μέτρηση του σήματος, ώστε ο εγκαταστάτης να συγκεντρώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν, συνυπολογίζοντας και τις υπόλοιπες παραμέτρους, να εκπονήσει μια πλήρη μελέτη για την εγκατάσταση που πρόκειται να υλοποιήσει.

Δυστυχώς, πολλές φορές, ο εγκαταστάτης καλείται να υλοποιήσει μια κεντρική εγκατάσταση, όταν, πλέον, η οικοδομή βρίσκεται στο τελικό της στάδιο ή έχει αρχίσει ήδη να κατοικείται. Όμως, σε τέτοιο στάδιο, όπου έχουν ήδη τοποθετηθεί καλώδια και πρίζες, δεν είναι δυνατόν να διορθωθούν τυχόν λάθη ή παραλείψεις. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο να γίνεται μελέτη πριν την εγκατάσταση πριζών και καλωδίων